Ραγιάδες
07.02.08
Έκαναν τη σημαία ένα κουρέλι ρούχο, την φόρεσαν, της έκαναν ζωγραφιές, της έγραψαν στίχους, άλλοι την έκαψαν, άλλοι την τέντωσαν, την κράτησαν ψηλά, να φαίνεται από αντίκρυ, να ξορκίζει σαν σκιάχτρο τους απέναντι.

Και αυτό, μας είπαν, είναι Αγώνας. Είναι Πάλεμα. Είναι η συνέχεια της Ιστορίας. Εμείς -μας είπαν- κρατάμε Θερμοπύλες, εμείς πολεμάμε τον οχτρό, αυτοί είναι Εφιάλτες, αυτοί είναι οι βάρβαροι, εμείς εδώ, αντίκρυ οι άλλοι –τους είπαν και το πίστεψαν.

Μα πως δεν το ξέρουν, πως δεν το κατάλαβαν, πως δεν μίλησε το χώμα στη ψυχή τους; Πως δεν είδανε τους βαρβάρους που μπήκαν στην πόλη; Πως δεν είδαν πως την κούρσεψαν, πως την σακάτεψαν, την ντρόπιασαν, πως έφτυσαν στο χώμα και τώρα κρασοπίνουνε απάνω στο μισο-πεθαμένο της κορμί;

Μα αυτοί βαστάνε το κουρέλι ψηλότερα. Και ουρλιάζουν. Γκρεμίζουν την Ιθάκη, χτίζουν καινούργια, στα μέτρα τους και -λένε πως- παλεύουν. Βλέπουν στο ξύπνιο τους νέους πολέμους, επαναστάσεις, αγώνες όμορφους, αγώνες άλλων. Και νιώθουν «σαν έτοιμοι από καιρό».

Και κατεβαίνουν στους δρόμους, φοράνε τα άσπρα τους, τα μαβιά, τα κόκκινα, τα κίτρινα κουρέλια τους. Αυτά, μας λένε, είναι Ιδέα. Και για μια ιδέα ζει κανείς. Για μια ιδέα πολεμά, δεν φοβάται τον οχτρό –οχτρός είναι ο άλλος, ιδέα το κουρέλι τους.

Μα πως δεν το ξέρουν, πως δεν το κατάλαβαν; Σέρνουνται στης γης και τους βαφτίσανε αητοπούλια. Σκύβουν το κεφάλι, ραγιάδες σαν έμειναν, μα αυτό, τους λένε, είναι αγώνας, είναι πάλεμα. Γίνονται κομμάτια χίλια και αυτό είναι ιδέα, γι’ αυτή αξίζει κανείς να ζει ή να πεθαίνει – τους λένε και το πιστεύουν.

(Και αν τα βλέπανε. Και αν ήτανε να κλάψεις, σταγόνες θα πότιζαν το χώμα. Θα γίνουνταν ποτάμι και δρόμους ολάκερους θ’ άνοιγε η Ψυχή. Μα είμαστε, θαρρείς, καμωμένοι για άλλα).


Χόρχε