Μια πρώτη αξιολόγηση της νέας συμφωνίας
23.03.08

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΝΤΑ

Στις 21 Μαρτίου οι ηγέτες της Ελληνοκυπριακής και Τουρκοκυπριακής κοινότητας αποφάσισαν τη σύσταση ομάδων εργασίας και τεχνικών επιτροπών οι οποίες θα πρέπει να παραγάγουν έργο σε τρεις μήνες. Τα αποτελέσματα αυτής της διαδικασίας θα αξιολογηθούν από τους δύο ηγέτες, οι οποίοι δεσμεύτηκαν να αρχίσουν απευθείας διαπραγματεύσεις. Αυτή η συμφωνία αποτυπώνει τα όρια της ευελιξίας των δύο ηγετών.

Από την μια, ο κ. Χριστόφιας θεωρεί ότι η επανέναρξη απευθείας συνομιλιών δεν χρειάζεται να βασιστεί σε μια συγκεκριμένη μορφή προετοιμασίας. Αρκεί να υπάρξει μια σύντομη περίοδος προετοιμασίας. Από την άλλη, ο κ. Ταλάτ εμφανίστηκε να απαιτεί την έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων χωρίς οποιανδήποτε προετοιμασία. Σίγουρα ο κ. Χριστόφιας έδειξε διάθεση περισσότερης ευελιξίας. Η αρχική του θέση ήταν η υλοποίηση της συμφωνίας της 8ης Ιουλίου, η οποία επιδιώκει τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στις θέσεις των δύο πλευρών και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης προκειμένου να αρχίσουν απευθείας συνομιλίες. Η νέα συμφωνία προβλέπει απλά μια περίοδο προετοιμασίας και έναρξης απευθείας διαπραγματεύσεων, ανεξάρτητα από την ποσότητα και ποιότητα του έργου των σχετικών ομάδων και επιτροπών. Η αρχική θέση του κ. Ταλάτ ήταν η άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων στη βάση του σχεδίου Ανάν και μιας σειράς άλλων παραδοχών( π.χ. παρθενογένεση). Η συμφωνία υπονοεί ότι οι απευθείας διαπραγματεύσεις θα αρχίσουν χωρίς προϋποθέσεις. Οι δύο πλευρές θα μπορούν να θέσουν τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια αυτών των συνομιλιών.

Το επόμενο διάστημα η Ελληνοκυπριακή πλευρά θα αντιμετωπίσει τρεις βασικές προκλήσεις: Πρώτο, τον καθορισμό και την οργάνωση της ατζέντας και των όρων εντολής των ομάδων εργασία και των τεχνικών επιτροπών, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις οικοδόμησης μέτρων εμπιστοσύνης, από τη μια, και γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στις δύο πλευρές όσον αφορά την ουσία του Κυπριακό σε ζωτικά θέματα (συνταγματικό, περιουσιακό, οικονομία και ασφάλεια), από την άλλη. Δεύτερο, σε περίπτωση δυστοκίας στον καθορισμό του αριθμού και της ατζέντας των σχετικών ομάδων και επιτροπών, η Ελληνοκυπριακή πλευρά θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο θα υποστηρίξει την έναρξη των εργασιών αυτών που είναι έτοιμες ή κατά πόσο θα ζητήσει παράταση χρόνου. Είναι πιθανόν η Τουρκοκυπριακή πλευρά να μην συμφωνήσει με την Ελληνοκυπριακή πλευρά είτε στον αριθμό των σχετικών ομάδων και επιτροπών είτε στους όρους εντολής τους. Τρίτο, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να μην υπάρξει παραγωγικό έργο σε τρεις μήνες από τις σχετικές ομάδες και επιτροπές, ικανό να υποβοηθήσει την προετοιμασία των απευθείας διαπραγματεύσεων. Η συμφωνία προβλέπει μεν την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, αλλά οι δύο πλευρές δεσμεύτηκαν να αρχίσουν διαπραγματεύσεις ανεξάρτητα από την ποσότητα και την ποιότητα του έργου που θα παραχθεί. Με την νέα συμφωνία, η Ελληνοκυπριακή πλευρά δεσμεύεται να μπει σε απευθείας διαπραγματεύσεις, χωρίς οποιαδήποτε ασφαλιστική δικλίδα ως προς το περιεχόμενο, τους όρους διεξαγωγής, και την εξέλιξή τους.

Εάν ο στόχος ήταν να κερδίσει τις εντυπώσεις και να δείξει ευελιξία, τότε σίγουρα έχει κερδίσει (στο βαθμό που έχει κερδίσει και ο κ. Ταλάτ). Εάν ο στόχος ήταν η προώθηση μιας διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού, η οποία να έχει προϋποθέσεις επιτυχίας, τότε πήρε ένα μεγάλο ρίσκο (σίγουρα μικρότερο από αυτό που πήρε ο κ. Ταλάτ). Ο κ. Χριστόφιας θεωρεί ότι η επανέναρξη απευθείας συνομιλιών δεν χρειάζεται να βασιστεί σε μια συγκεκριμένη μορφή προετοιμασίας, αρκεί να υπάρξει μια σύντομη περίοδος προετοιμασίας. Από την άλλη, ο κ. Ταλάτ εμφανίστηκε να απαιτεί την έναρξη απευθείας διαπραγματεύσεων χωρίς οποιανδήποτε προετοιμασία.

 

ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 

* Ο Γιώργος Κέντας διδάσκει διεθνή και ευρωπαϊκή πολιτική στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και είναι Επιστημονικός Συνεργάτης του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων